Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟ «ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ» ΕΓΚΛΗΜΑ

Posted: 31 Ιουλίου, 2011 in Uncategorized

31 Ιουλίου, 2011.

Επειδή υπάρχει μεγάλη παραπληροφόρηση για τις ιδιωτικοποιήσεις και τα οφέλη τους, και ο καθένας βγαίνει και λέει ό,τι θέλει, θα αναφέρω κάποια βασικά στοιχειώδη πράγματα για να θυμηθούμε όλοι πότε μια ιδιωτικοποίηση συμφέρει και πότε όχι.

Ισχυρισμός 1: Οι ιδιωτικοποιήσεις βοηθούν τα δημόσια οικονομικά

Η ιδέα πως η ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων συμβάλλει στη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων είναι κυρίαρχη στη εποχή μας. Σύμφωνα με τους υπερασπιστές αυτής της ιδέας, η πώληση δημόσιας περιουσίας φέρνει έσοδα στο κράτος, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αποπληρωμή (μείωση) του δημοσίου χρέους. Έτσι το κράτος θα πληρώνει λιγότερα έξοδα για τόκους, και άρα θα έχει περισσότερα χρήματα να διαθέσει για την παιδεία, τη υγεία, τις μεταφορές κλπ.

Είναι άραγε αλήθεια αυτό; Και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Ας πάρουμε μια κερδοφόρα δημόσια επιχείρηση όπως πχ. η ΔΕΗ, ο ΟΠΑΠ κλπ. με κέρδη της τάξεως του 1 Δις ευρώ το χρόνο. Κι ας υποθέσουμε πως το κράτος πληρώνει για το δημόσιο χρέος επιτόκιο 5% (όσο περίπου η Ελλάδα αυτή τη στιγμή κατά μέσο όρο). Με τα κέρδη αυτής της επιχείρησης το κράτος καλύπτει τους τόκους 20 Δις ευρώ χρέους (20 Δις χρέους x 5% επιτόκιο = 1 Δις τόκοι). Τι γίνεται αν το κράτος αποφασίσει να ιδιωτικοποιήσει την επιχείρηση;

Έστω ότι το κράτος πουλάει την επιχείρηση έναντι 5 Δις ευρώ και με τα χρήματα αυτά αποπληρώνει ισόποσο χρέος. Η ετήσια εξοικονόμηση στους τόκους θα είναι ίση με: 5 Δις x 5% = 250 εκατ. ευρώ. Θα συνεχίσει όμως το κράτος να επιβαρύνεται με τους υπόλοιπους τόκους ύψους 750 εκατ. ευρώ που πριν τους κάλυπτε με τα κέρδη της επιχείρησης. Εφόσον πούλησε την επιχείρηση, τα χρήματα αυτά θα πρέπει πλέον να τα βρει από άλλη πηγή. Βλέπουμε δηλαδή πως σε αυτή την περίπτωση τα δημοσιονομικά του κράτους χειροτέρεψαν, διότι η ιδιωτικοποίηση της επιχείρησης παράγει δημοσιονομικό έλλειμμα στο κράτος 750 εκατ. ευρώ ετησίως.

Βέβαια, αυτό δεν είναι το μόνο ενδεχόμενο. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος πουλάει την επιχείρηση για 30 Δις ευρώ. Με τα έσοδα αυτά αποπληρώνει πάλι ισόποσο χρέος. Η ετήσια εξοικονόμηση σε τόκους θα είναι: 30 Δις x 5% = 1,5 Δις. Δηλαδή το κράτος κερδίζει, σε σχέση με ό,τι ίσχυε πριν την ιδιωτικοποίηση, 500 εκατ. ευρώ ετησίως (1,5 Δις εξοικονόμηση τόκων – 1 Δις κέρδη επιχείρησης). Στην περίπτωση αυτή δηλαδή, η πώληση της δημόσιας επιχείρησης φέρνει δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 500 εκατ. (0,5 Δις).

Συνεπώς, η ιδιωτικοποίηση μιας επιχείρησης (ή ενός ακινήτου του δημοσίου), μπορεί να βοηθήσει τα δημόσια οικονομικά, όταν το όφελος από την πώληση υπερκαλύπτει την απώλεια κερδών (ή ενοικίων) που θα είχε το κράτος από την εκμετάλλευση της επιχείρησης (ή του ακινήτου). Βλέπουμε πάντως πως, ακόμα και τότε, το δημοσιονομικό όφελος είναι πολύ μικρότερο από τα έσοδα της πώλησης (μόλις 0,5 Δις, στο παράδειγμά μας, και σε καμία περίπτωση τα 30 Δις που πουλήθηκε η επιχείρηση). Το αναφέρω αυτό διότι σκόπιμα και παραπλανητικά, η κυβέρνηση της τρόϊκας και τα δημοσιογραφικά ρουλεμάν αφήνουν να εννοηθεί πως η άντληση 50 Δις ευρώ από αποκρατικοποιήσεις θα φέρει στην Ελλάδα όφελος 50 Δις… Σε καμία περίπτωση.

Τι σημαίνουν αυτά για το ελληνικό πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων; Για να είναι συμφέρουσα για το ελληνικό κράτος η πώληση (μέρους ή του συνόλου) μιας επιχείρησης όπως η ΔΕΗ, ο ΟΠΑΠ κλπ με κέρδη περί τα 1 Δις ευρώ ετησίως η κάθε μία, θα πρέπει το τίμημα της πώλησης (η αποτίμηση της επιχείρησης) να υπερβαίνει τα 20 Δις. Κι όμως, οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις στις οποίες προτίθεται να πωλήσει το ελληνικό δημόσιο δεν ξεπερνούν ούτε καν τα 2 Δις!! (τη στιγμή που για παράδειγμα, η αξία μόνο της εγκατεστημένης ισχύος της ΔΕΗ υπολογίζεται σε 50-60 Δις και η παρούσα αξία των μελλοντικών κερδών υπολογίζεται σε τουλάχιστον άλλα 35 Δις… η δε αξία των αποθεμάτων λιγνίτη σε 750 Δις, και αναμένεται να αναβαθμιστεί μετά το ατύχημα του Φουκουσίμα στην Ιαπωνία που οδηγεί σε αναστολή και περιορισμό των πυρηνικών προγραμμάτων παραγωγής ενέργειας πολλών χωρών… Αξία χειροπιαστή, σε κοιτάσματα, δίκτυα και υποδομές, όχι αέρας κοπανιστός στα pixels μιας χρηματιστηριακής οθόνης).

Το ίδιο ισχύει κατ’ αναλογία για όλες τις κερδοφόρες προσοδοφόρες επιχειρήσεις και φορείς του δημοσίου, αεροδρόμια, λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι, νερά, ορυκτά, ταχυδρομεία, καζίνο, ιππόδρομοι, κλπ κλπ… όλες είναι κερδοφόρες. Και οι τιμές στις οποίες θα πωληθούν είναι τουλάχιστον 80-90%!! χαμηλότερες κι από το ελάχιστο απαιτούμενο τίμημα που θα χρειαζόταν να εισπράξει το κράτος προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με πρόσθετα ελλείμματα (δηλ. χρέη) στους μελλοντικούς προϋπολογισμούς. Πρόκειται δυστυχώς, και είναι πολύ λυπηρό, όχι για αξιοποίηση, αλλά για απόλυτη εκποίηση, ξεπούλημα αίσχους… Μια δημοσιονομική αυτοκτονία, που θα επιδεινώσει αντί να βοηθήσει τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας κατά αρκετά Δις ετησίως.

Ισχυρισμός 2: Οι ιδιωτικοποιήσεις ωφελούν τους καταναλωτές και την οικονομία

Αλλά η ανάλυση δεν σταματά εδώ. Συχνά, λένε οι θιασώτες των ιδιωτικοποιήσεων, το κράτος αναγκάζεται μεν να πουλήσει σε τιμές χαμηλότερες από την αξία του περιουσιακού στοιχείου, αλλά ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αυξήσει το κέρδος σημαντικά, προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας. Η ιδιωτικοποίηση, υποστηρίζουν, οδηγεί σε αύξηση παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας με συνέπεια την αύξηση των κερδών της επιχείρησης (άρα και των φορολογικών εσόδων για το κράτος), τη μείωση των τιμών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Όλα αυτά τα οφέλη, υποστηρίζουν, αντισταθμίζουν και με το παραπάνω την απώλεια κρατικών εσόδων από την πώληση της επιχείρησης. Προκειμένου δε για μη κερδοφόρες επιχειρήσεις (ζημιογόνες, μη κερδοσκοπικές κλπ), ούτε λόγος, η ιδιωτικοποίηση παρουσιάζεται ως μόνη λύση.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Εξαρτάται καταρχήν από τον τρόπο με τον οποίο ο ιδιωτικός τομέας αυξάνει ή δημιουργεί τα κέρδη της επιχείρησης. Αν για παράδειγμα τα δημιουργεί μειώνοντας μισθούς και προσωπικό, όπως συμβαίνει συνήθως, τότε δεν έχουμε αύξηση του πλούτου στην οικονομία, αλλά απλώς μεταβίβαση πόρων από τους εργαζόμενους στην επιχείρηση. Οι οποίοι εργαζόμενοι για τους πόρους αυτούς κατά κανόνα επιβαρύνονται με υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές απ’ τις επιχειρήσεις. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν, η οικονομία (και η κοινωνία συνολικά) δεν ωφελούνται, πιθανότατα μάλιστα ζημιώνονται. Το ίδιο ισχύει αν τα κέρδη δημιουργούνται μέσω αύξησης των τιμολογίων (μεταβίβαση πόρων από το καταναλωτικό κοινό στους ιδιοκτήτες της επιχείρησης). Κ.ο.κ.

Φυσικά αυτά δεν είναι τα μόνα σενάρια σε μια ιδιωτικοποίηση, αλλά είναι ο κανόνας δυστυχώς, σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν, για παράδειγμα, ο ιδιωτικός τομέας δημιουργεί τα κέρδη μέσω επενδύσεων σε τεχνολογίες και υποδομές, που μειώνουν το κόστος παραγωγής και λειτουργίας ή αυξάνουν την παραγωγικότητα, και τα κέρδη επανεπενδύονται στην οικονομία προσθέτοντας εισοδήματα και θέσεις εργασίας, ή επιστρέφουν στους καταναλωτές με τη μορφή μειωμένων τιμών και καλύτερων υπηρεσιών, τότε η οικονομία και η κοινωνία φαίνεται πως ωφελούνται, έστω κι αν το δημόσιο ζημιώθηκε αρχικά από την πώληση του περιουσιακού στοιχείου. Ακόμα και τότε όμως, το πραγματικό όφελος είναι δύσκολο να υπολογιστεί, και, κατά περίπτωση, μπορεί να είναι και αμφισβητούμενο, αν πχ. οι επενδύσεις έγιναν σε βάρος του περιβάλλοντος. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Βασικό ερώτημα επίσης, για μια ιδιωτικοποίηση, είναι τι μέρος των κερδών παραμένει στην οικονομία και επανεπενδύεται επαναχρησιμοποιείται σε αυτήν. Αν για παράδειγμα ο νέος ιδιοκτήτης είναι μια πολυεθνική ή ξένη επιχείρηση, όπως πχ. η Deutsche Telecom στην περίπτωση του ΟΤΕ, η οποία ανέστειλε όλες σχεδόν τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις του ΟΤΕ σε νέες τεχνολογίες και υποδομές (βλ. οπτικές ίνες), και μεταφέρει απλώς τα κέρδη της επιχείρησης (0,5 – 1 Δις ετησίως) στη Γερμανία, χωρίς να επενδύει στην Ελλάδα, τότε έχουμε απώλεια πόρων από την εγχώρια οικονομία η οποία ζημιώνεται σημαντικά. (Δε θα επεκταθώ στη στρατηγική πτυχή μιας τέτοιας ιδιωτικοποίησης, δηλ. το πόσο επιθυμητό ή επωφελές μπορεί να είναι πχ. για την ασφάλεια την εθνική ανεξαρτησία μιας χώρας που όλες οι τηλεπικοινωνίες των Ενόπλων Δυνάμεων ελέγχονται πλέον από τη Deutsche Telecom… Θα περιοριστώ μόνο στις οικονομικές πτυχές).

Η διεθνής εμπειρία πάντως, 20 και πλέον χρόνων ιδιωτικοποιήσεων, μέχρι στιγμής έχει αποδείξει πως οι οικονομίες των κρατών ελάχιστα βελτιώθηκαν από την ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων. Οι στόχοι των ιδιωτικοποιήσεων (μείωση δημόσιου χρέους, αύξηση ΑΕΠ, ανταγωνιστικότητας και αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών) δεν φαίνεται να επιτυγχάνονται πάντα, ενώ οι παράπλευρες απώλειες (μείωση εισοδημάτων και θέσεων εργασίας, μείωση επενδύσεων, μεταφορά κερδών στο εξωτερικό κλπ) συχνά ξεπερνούν τα οφέλη από την ιδιωτικοποίηση.

Το παράδειγμα της Βρετανικής Επιχείρησης Ηλεκτρισμού

Ας πάρουμε το παράδειγμα της ιδιωτικοποίησης της CEGB, της Βρετανικής Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Θεωρήθηκε ένα από τα πλέον επιτυχημένα εγχειρήματα ιδιωτικοποίησης διεθνώς. Συνοδεύτηκε από σημαντικές επενδύσεις εκσυγχρονισμού της βρετανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας με παράλληλη μείωση των ρύπων, και εντυπωσιακή μείωση του κόστους παραγωγής και λειτουργίας. Η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών δεν χειροτέρεψε (όπως στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών που ιδιωτικοποίησαν επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας). Τα κέρδη του κλάδου αυξήθηκαν σημαντικά, δίνοντας πρόσθετα φορολογικά έσοδα στο βρετανικό δημόσιο, και τα κέρδη αυτά επαναχρησιμοποιήθηκαν στη βρετανική οικονομία, δεν διέφυγαν στο εξωτερικό. Σκόπιμα επιλέγεται ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα ιδιωτικοποίησης έτσι ώστε να αποκλειστεί η πιθανή υποψία του μη ευνοϊκού παραδείγματος.

Η μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας για τα πρώτα έξι χρόνια της ιδιωτικοποίησης της Βρετανικής αγοράς ηλεκτρισμού («The Restructuring and Privatization of the U.K. Electricity Supply—Was It Worth It?») είναι αποκαλυπτική:

http://rru.worldbank.org/documents/publicpolicyjournal/124newbe.pdf

Ας δούμε λοιπόν τι λέει η Παγκόσμια Τράπεζα. Το 1990 η Μεγάλη Βρετανία προχώρησε στην αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση της CEGB, της Βρετανικής Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Η αναδιάρθρωση περιελάμβανε το σπάσιμο της CEGB σε τέσσερις εταιρίες (εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ιδιωτικοποιήθηκαν άμεσα): την National Power και την PowerGen που ανέλαβαν τα γεοθερμικά εργοστάσια, την National Grid που ανέλαβε το δίκτυο υψηλής τάσης, και την Nuclear Electric που ανέλαβε τους πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής. Στη συνέχεια τα πιο σύγχρονα πυρηνικά εργοστάσια της Nuclear Electric πωλήθηκαν στη British Energy, και το Βρετανικό δημόσιο κράτησε μόνο τα απηρχαιωμένα πυρηνικά εργοστάσια 1ης γενιάς.

Μέσα σε 6 χρόνια τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εκσυγχρονίστηκαν και η παραγωγικότητα της εργασίας υπερδιπλασιάστηκε. Η εγκατεστημένη ισχύς αυξήθηκε κατά 9,5 MW που αντιστοιχούσε στο 20% της ζήτησης σε περιόδους αιχμής. Το 50% των σχετικών επενδύσεων χρηματοδοτήθηκε από τους νέους ιδιοκτήτες. Το υπόλοιπο 50% απ’ το κράτος. Δεν θα ισχυριστώ πως το κράτος κακώς συμμετείχε στις επενδύσεις – το αντίθετο μάλιστα. Θα παρατηρήσω όμως κι εδώ το γνωστό παράδοξο, το κράτος να επιχορηγεί άνευ αντιτίμου το 50% των επενδύσεων των ιδιωτικών εταιριών, αλλά αυτές να καρπώνονται στο ακέραιο το 100% της απόδοσης των επενδύσεων αυτών… Εν πάσει περιπτώσει…

Παράλληλα με τις ανωτέρω επενδύσεις, η χρήση του άνθρακα, που αποτελούσε τη βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αντικαταστάθηκε σε σημαντικό βαθμό από το πολύ οικονομικότερο φυσικό αέριο. Κατά το έτος της ιδιωτικοποίησης το 92% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας βασιζόταν στον άνθρακα, το 7% στο πετρέλαιο, και μόνο 1% στο φυσικό αέριο. Μετά από 6 χρόνια, η χρήση του φυσικού αερίου είχε ανέλθει στο 23%. Συνεπεία όλων των ανωτέρω, το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού στη Βρετανία μειώθηκε κατά 50%.

Όλα αυτά τα οφέλη όμως των εταιριών ηλεκτρισμού δε μεταφράστηκαν σε όφελος για τους καταναλωτές. Οι τιμές παρέμειναν αδικαιολόγητα υψηλές και τα «ενεργειακώς πτωχά» νοικοκυριά (αυτά που αναγκάζονται να δαπανούν πάνω από το 10% των εισοδημάτων τους σε λογαριασμούς ενέργειας) αυξήθηκαν από 2 σε 3,5 εκατ. νοικοκυριά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Παγκόσμιας Τράπεζας οι εταιρίες ηλεκτρισμού κέρδισαν από όλη αυτή την ιστορία μεταξύ 9 – 11 Δις ευρώ, σε σημερινές ισοτιμίες (8,1 – 9,7 Δις στερλίνες). Το κράτος ωφελήθηκε ελάχιστα καθώς, μαζί με τα έσοδα από την πώληση, εκτιμάται πως κέρδισε όλα κι όλα κάπου 0,4 – 1,3 Δις ευρώ (0,4 – 1,2 Δις στερλίνες). Και οι καταναλωτές; Ααα, αυτοί ήταν οι μεγάλοι χαμένοι, έχασαν κάπου 1,4 – 5 Δις ευρώ (1,3 – 4,4 Δις στερλίνες). Μόνο μέσα σε μία 6ετία!!

Και αυτή ήταν η λεγόμενη καλή εξαετία. Έκτοτε, από το 1997 έως το 2002 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 28% (4% πάνω κι απ’ τον πληθωρισμό), ενώ από το 2003 μέχρι το 2008 έχουν αυξηθεί κατά ακόμα 40% επιπλέον (8% ετησίως!!! κατά μέσο όρο). Παράλληλα, διαπιστώθηκε πως οι εταιρίες ηλεκτρισμού έκαναν μόνο επενδύσεις βραχείας απόδοσης, βασιζόμενες στις ήδη διαδεδομένες τεχνολογίες, προκειμένου να βγάλουν γρήγορα κέρδη και να περιορίσουν το ρίσκο, υπονομεύοντας τη μελλοντική ενεργειακή επάρκεια της Μ.Βρετανίας (που κινδυνεύει πλέον με σοβαρές ελλείψεις ενέργειας από το 2015) αλλά και την ίδια την πορεία και βιωσιμότητά τους απέναντι στο διεθνή ανταγωνισμό.

Τελικά, μετά από 20 χρόνια ιδιωτικοποίησης, η Ofgem (η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας της Μ.Βρετανίας), που ήταν ανέκαθεν ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής της ιδιωτικοποίησης, αναγνώρισε πέρυσι κι επισήμως πως το μοντέλο της ιδιωτικοποιημένης αγοράς ενέργειας δεν δουλεύει, και πρότεινε την πώληση των εταιριών ηλεκτρισμού (και αερίου) στους καταναλωτές με τη βοήθεια ενός κρατικά ελεγχόμενου φορέα στα πρότυπα της παλαιάς κρατικής Βρετανικής Επιχείρησης Ηλεκτρισμού CEGB. (βλ. πχ. σχετικό άρθρο του Guardian (http://www.guardian.co.uk/business/2010/feb/03/ofgem-uk-energy-supplies).

Το παράδειγμα της Βρετανίας δεν είναι το μόνο. Παρόμοιες και συχνά χειρότερες διαπιστώσεις θα βρει κανείς για όλες σχεδόν τις χώρες που ιδιωτικοποίησαν δημόσιες επιχειρήσεις. Το μοντέλο αυτό δε λειτουργεί, η πραγματικότητα αποδεικνύει πως ακόμα και ένα φαύλο και αναποτελεσματικό δημόσιο μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο είναι πολύ καλύτερο από ένα ιδιωτικό μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο ή καρτέλ ιδιωτικών συμφερόντων που τα κράτη αδυνατούν να ελέγξουν. Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να λειτουργεί μέχρι στιγμής με καλά αποτελέσματα, είναι το άνοιγμα αγορών στον ανταγωνισμό και η συνύπαρξη ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται υγιώς μεταξύ τους. Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως υπό συνθήκες ανταγωνισμού, η παραγωγικότητα του δημοσίου αυξήθηκε και οι υπηρεσίες βελτιώθηκαν, παράλληλα με των ιδιωτικών εταιριών, προς όφελος των καταναλωτών. Οι αγορές λειτουργούν αποτελεσματικότερα χωρίς οι καταναλωτές να είναι έρμαια των διαθέσεων ιδιωτικών συμφερόντων και, χάρη στην παρουσία του δημοσίου, λαμβάνουν χώρα απαραίτητες νέες επενδύσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα που ο ιδιωτικός τομέας αδυνατεί να αναλάβει.

Κατά διαβολική σύμπτωση όμως, το παράδειγμα της Μ.Βρετανίας παρουσιάζει ανατριχιαστικές ομοιότητες με αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα τον τελευταίο χρόνο. Στην Μ.Βρετανία η τότε πρωθυπουργός M.Thatcher κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του συνδικάτου των ανθρακωρύχων. Κατά σύμπτωση και εκεί ο πόλεμος ξεκίνησε από το ισχυρότερο συνδικάτο της χώρας, όπως έγινε και στην Ελλάδα με τη ΔΕΗ. Κατά σύμπτωση και εκεί το συνδικάτο αυτό σχετίζονταν με τη παραγωγή ενέργειας. Κατά περίεργη σύμπτωση και εκεί διοχετεύονταν διάφορες ατασθαλίες και σκάνδαλα των συνδικαλιστών στα ΜΜΕ, ώστε να επηρεάσουν την κοινή γνώμη να μην αντιδράσει στο ξεπούλημα της επιχείρησης, που τελικά υλοποιήθηκε, ανοίγοντας το δρόμο για την ιδιωτικοποίηση στη συνέχεια του συνόλου της δημόσιας περιουσίας της Μ. Βρετανίας…

Το μοντέλο αυτό πάντως δεν φαίνεται να ωφέλησε τα δημόσια οικονομικά της Μ.Βρετανίας η οποία έχει σήμερα μηδενική δημόσια περιουσία και βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας με συνολικό εξωτερικό χρέος που υπερβαίνει το 500% του ΑΕΠ της (πάνω από 8 τρισεκατομμύρια ευρώ, σε τρέχουσες ισοτιμίες).

Η Γερμανική Εταιρία Αποκρατικοποιήσεων μοντέλο για την Ελλάδα

Μετά από διεθνείς πιέσεις, το ελληνικό κοινοβούλιο ψήφισε προ μερικών εβδομάδων στο Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα λιτότητας τη σύσταση μιας εταιρείας για τις αποκρατικοποιήσεις. Ο κ. Γιούνγκερ, πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και Πρόεδρος του Eurogroup, ο Σουηδός υπουργός Οικονομικών, και Ολλανδοί πολιτικοί ηγέτες, έχουν επανειλημμένως υποστηρίξει πως για την περίπτωση της Ελλάδας απαιτείται μία λύση κατά το πρότυπο της γερμανικής «Treuhand». Σκέψεις μεγάλων ανδρών που συναντώνται; ή μήπως υπόγειες διαδρομές και ταυτίσεις μεγάλων συμφερόντων;

Η Treuhand, ήταν η Γερμανική Εταιρία Αποκρατικοποιήσεων που συνεστήθη το 1990 με στόχο την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (http://en.wikipedia.org/wiki/Treuhand). Ένα μοντέλο που προτείνεται σήμερα ως πρότυπο για την Ελλάδα. Η Γερμανική εταιρεία-πρότυπο ανέλαβε τη διαχείριση συνολικά 8.500 κρατικών φορέων και επιχειρήσεων, με περίπου 4 εκατ. εργαζόμενους, προκειμένου να τις ιδιωτικοποιήσει, με τη ελπίδα πως θα αναδομούνταν και θα εξυγιαίνονταν. Επίσης ανέλαβε κάθε πιθανό και απίθανο περιουσιακό στοιχείο της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (από δημόσια γη 2,4 εκατ. εκταρίων, ως τα κτήρια του στρατού και της Στάζι, μέχρι και την περιουσία των πολιτικών κομμάτων). Η αξία των επιχειρήσεων και των ακινήτων είχε υπολογιστεί τότε μεταξύ 200-600 Δις γερμανικών μάρκων (100-300 Δις ευρώ, βάσει της ισοτιμίας ένταξης της Γερμανίας στο ευρώ).

Στόχος του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων ήταν η αποκομιδή κερδών ύψους 600 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα 4ετίας. Αλλά κατέληξε μέσα σε τέσσερα χρόνια με…χρέη 135 Δις ευρώ!! (270 Δις μάρκα) τα οποία φυσικά επιβαρύνθηκαν οι γερμανοί φορολογούμενοι. Οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν αναλάβει την υποχρέωση να επενδύσουν 142 Δις μάρκα (70 Δις ευρώ), που ποτέ δεν τήρησαν. Πάνω από 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους και η πάλαι ποτέ ισχυρή βιομηχανία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας αποβιομηχανοποιήθηκε πλήρως. Σαράντα δύο χιλιάδες ακίνητα (σε σύνολο 104.000) επεστράφησαν σε παλιούς ιδιοκτήτες, ενώ 62.000 οικόπεδα πουλήθηκαν σε τιμές συμβολικές σχεδόν μηδενικές, μαζί με 1.500.000 εκτάρια χωραφιών και λιβαδιών και 770.000 εκτάρια δασών. Ο διευθύνων σύμβουλος της Treuhand δολοφονήθηκε, τον Απρίλιο του 1991 από «τρομοκρατική» επίθεση καθώς φέρεται πως είχε αναπτύξει δοσοληψίες με το οργανωμένο έγκλημα. Η Treuhand έκλεισε τελικά με χρέος 270 Δις μάρκων (135 Δις ευρώ) που ανέλαβε το ομοσπονδιακό κράτος να πληρώσει.

Οι Γερμανοί δεν έχουν ξεχάσει ακόμα το τέλος που είχε η «ιδιωτικοποίηση» της πρώην Ανατολικής Γερμανίας: Ξεπούλημα της ανατολικογερμανικής οικονομίας, δίκες κατά οικονομικών εγκλημάτων και αναζήτηση εξαφανισμένων επιδοτήσεων. Σύμφωνα με τον ίδιο τον γερμανικό Τύπο, η Treuhand ήταν το πιο διεφθαρμένο, διαπλεκόμενο ακόμη και με το οργανωμένο έγκλημα, ίδρυμα που υπήρξε ποτέ στο έδαφος της Γερμανίας από την εποχή του χιτλερισμού. Ακόμα και σήμερα οι φάκελοι Treuhand δεν έχουν κλείσει. Πάνω από 500 ποινικές έρευνες εκκρεμούν αυτή τη στιγμή στη γερμανική δικαιοσύνη για την Treuhand (για δωροδοκίες στελεχών της, υποθέσεις απάτης κλπ κλπ.).

Κι όμως, στην Ελλάδα η ίδρυση μιας τέτοιας εταιρίας μόλις ψηφίστηκε, και κυβέρνηση, τρόϊκα και τα δημοσιογραφικά ρουλεμάν κάνουν αββαααβαβα την εκχώρηση κάθε πιθανού κι απίθανου περιουσιακού στοιχείου της χώρας σε Εταιρία Ελεγχόμενη από την τρόϊκα…

Επιμύθιο

Η κρίση χρέους στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία για αναδιανεμητικές πολιτικές υπέρ των ισχυρών διεθνών ιδιωτικών συμφερόντων του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Έτσι καταρτίστηκε εσπευσμένα και στην Ελλάδα η λίστα εκποίησης της δημόσιας περιουσίας με ρυθμούς fast track, με τη διαδικασία του «κατεπείγοντος» χωρίς στρατηγικό πλάνο, παραβλέποντας το πρόβλημα του χρέους σε σχέση με τα αναμενόμενα μελλοντικά εισοδήματα και τη διασφάλιση πόρων στο μέλλον για το ελληνικό κράτος. Λιμάνια, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι, αυτοκινητόδρομοι, ενέργεια, ορυκτά, πολεμική βιομηχανία, μεταλλευτικά δικαιώματα, ταχυδρομεία, μέχρι παραλίες, αρχαιολογικοί χώροι, ακόμα και το πόσιμο νερό… σε τιμές συμβολικές, καταστροφικές, που θα διευρύνουν τα ελλείμματα και θα γιγαντώσουν αντί να μειώσουν το χρέος.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση επιχειρεί να εφαρμόσει μια αποτυχημένη και ξεπερασμένη συνταγή που σε καμία χώρα και σε καμία περίπτωση δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σήμερα, όλες οι κυβερνήσεις, ακόμη και των ΗΠΑ και της Μ.Βρετανίας, αντιλαμβάνονται την ανάγκη ελέγχου και ρύθμισης των αγορών για την προστασία της οικονομίας και των πολιτών, ενώ λαμβάνουν μέτρα θωράκισης των στρατηγικών τους επιχειρήσεων –ακόμη και ιδιωτικών– έναντι επιθετικών εξαγορών από κερδοσκοπικά κεφάλαια. Αν υλοποιηθούν τα σχέδια της κυβέρνησης, η Ελλάδα θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία τα πάντα θα είναι ιδιωτικά ή θα ελέγχονται από αντίστοιχους οργανισμούς και φορείς άλλων χωρών.

Advertisements
Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s